megkeményedik
B1
Ουγγρικά
petrify
ΡΉΜΑ
B1
LITERARY
2
petrify
C2
Μοτίβο χρήσης:
megkeményedik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
become stiff or solid
Θέματα
physical_change
|stiffness
|solidifying
|cold
|daily_life
|nature
Ορισμός
To become stiff, rigid, or solid, especially after being flexible or active.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.