megkésel
B2
Ουγγρικά
knife
ΡΉΜΑ
B2
1
knife
B2
Μοτίβο χρήσης:
megkésel valakit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To cut or stab using a knife
Θέματα
violence
|injury
|weapon
|cutting
|stabbing
|daily_life
|core_vocabulary
|law
Ορισμός
To injure, kill, or damage something by cutting or stabbing it with a knife.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.