Ουγγρικά - Αγγλικά

megkezd

B1 Ουγγρικά
initiate, commence
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
megkezd valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to start something
Θέματα
starting |action |process |projects |discussion |core_vocabulary
Ορισμός

To cause something to begin or be put into operation.

ΡΉΜΑ B2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
valamit megkezd
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to begin, to start
Θέματα
starting |events |scheduling |formal_register |core_vocabulary |daily_life
Ορισμός

To begin doing something, or to cause something to begin.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε