megnagyít
B1
Ουγγρικά
enlarge
ΡΉΜΑ
B1
1
enlarge
A2
Μοτίβο χρήσης:
képet, tárgyat vagy felületet megnagyít
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make something larger
Θέματα
size
|physical_change
|image
|building_space
|daily_life
|core_vocabulary
Ορισμός
To cause something to become bigger in physical dimensions.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.