Ουγγρικά - Αγγλικά

megrendítő

B2 Ουγγρικά
powerful, devastating
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
megrendítő + élmény/történet/hír
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having a strong emotional effect
Θέματα
emotion |impact |communication |art |sensory_intensity |emotions |arts_entertainment |core_vocabulary
Ορισμός

Having a strong effect on feelings, thoughts, or senses.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
megrendítő haláleset/hír/élmény
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
causing deep sadness or shock
Θέματα
emotion |grief |shock |bad_news |loss |emotions
Ορισμός

Causing someone to feel extremely sad, shocked, or emotionally crushed.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε