Ουγγρικά - Αγγλικά

megsérít

A2 Ουγγρικά
hit, hurt, injure, wound
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
megsérít vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Damage by striking
Θέματα
injury |damage |impact |vehicles |weather |health |body |core_vocabulary
Ορισμός

To cause injury or damage to something or someone by making forceful contact.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
megsérít valakit/valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Cause harm to body
Θέματα
physical_injury |body |health |accident |harm |animals
Ορισμός

To cause damage to someone's or an animal's body, resulting in pain, loss of function, or other physical harm.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε