Ουγγρικά - Αγγλικά

megszakad

B1 Ουγγρικά
disconnect
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
(internet-/telefon-/hálózati kapcsolat) megszakad
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
cut off power or connection
Θέματα
technology |electricity |connection |devices |network |daily_life |communication
Ορισμός

To separate something from a source of power, service, or communication so that it no longer works or is no longer linked.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε