Ουγγρικά - Αγγλικά

megtorló

C1 Ουγγρικά
punitive
C1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
megtorló + lépés/válasz/intézkedés
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Intended to punish someone
Θέματα
punishment |sanction |law |policy |discipline |politics |crime |society
Ορισμός

Intended to punish someone, especially by imposing a penalty, hardship, or disadvantage.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε