Ουγγρικά - Αγγλικά

mellékmondat

B2 Ουγγρικά
subordinate
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 TECHNICAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
dependent in a sentence (grammar)
Θέματα
grammar |syntax |clause |dependency |education |communication
Ορισμός

In grammar, describing a clause that depends on a main clause and cannot stand alone as a complete sentence.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε