Ουγγρικά - Αγγλικά

melléknév

A2 Ουγγρικά
adjective
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Word that describes a noun
Θέματα
grammar |parts_of_speech |word_class |modifiers |language_learning |education |communication
Ορισμός

A word that describes, limits, or otherwise modifies the meaning of a noun or pronoun, often showing quality, quantity, or other characteristics.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε