Ουγγρικά - Αγγλικά

mérnök

A2 Ουγγρικά
engineer
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A person trained in engineering
Θέματα
engineering |profession |technology |design |construction |work |science
Ορισμός

A person who designs, builds, or maintains engines, machines, systems, or structures, using scientific and technical knowledge.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε