Ουγγρικά - Αγγλικά

mesterség

B2 Ουγγρικά
trade
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
mesterséget tanul; valamilyen mesterséget űz
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Skilled manual occupation
Θέματα
occupation |skilled_work |manual_work |apprenticeship |training |work |education |core_vocabulary
Ορισμός

A job or occupation that involves skilled manual work or specialized training, often learned through apprenticeship.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε