Ουγγρικά - Αγγλικά

mesterségbeli tudás

B2 Ουγγρικά
craft
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
[valakinek a] mesterségbeli tudása
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
skill in making something
Θέματα
skill |craftsmanship |handmade |creative_work |professional_skill |work |arts_entertainment
Ορισμός

The ability to make or do something with great skill, especially involving hands-on work or creativity.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε