Ουγγρικά - Αγγλικά

mészáros

B2 Ουγγρικά
butcher
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek vagy valaminek a mészárosa
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who kills cruelly
Θέματα
violence |crime |murder |mass_killing |cruelty |war |law |core_vocabulary
Ορισμός

A person who kills people in a very cruel or violent way, especially many people or over a period of time.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε