Ουγγρικά - Αγγλικά

mosó

A2 Ουγγρικά
washer, washing
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
tárgy + mosó: ablakmosó, autómosó
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person whose job is washing
Θέματα
jobs |cleaning |work |service_work |daily_life
Ορισμός

A person whose job or regular task is to wash things, especially in compounds such as "window washer" or "car washer".

A2
2
Μοτίβο χρήσης:
mosó- + főnév; mosópor, mosógép, mosószer
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
related to washing clothes
Θέματα
laundry |cleaning |clothing |instructions |detergent |daily_life |home
Ορισμός

Used before a noun to describe something connected with washing, especially washing clothes.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε