Ουγγρικά - Αγγλικά

mozgató

B2 Ουγγρικά
mover
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valaminek a mozgatója; fő/elsődleges mozgató
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person or thing that moves
Θέματα
movement |machinery |mechanics |objects |space |core_vocabulary
Ορισμός

A person, animal, or object that moves or causes movement, especially when described in general or abstract terms.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε