Ουγγρικά - Αγγλικά

munkahelyi bizonytalanság

B2 Ουγγρικά
insecurity
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
munkahelyi bizonytalanságot érez; munkahelyi bizonytalanságban él
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Uncertainty about job or income
Θέματα
employment |finance |income |risk |precarity |work |business
Ορισμός

Uncertainty or lack of guarantee about one’s job, income, or overall financial situation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε