Ουγγρικά - Αγγλικά

nagymértékben

B2 Ουγγρικά
greatly, heavily, much, plenty, hugely
B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to a very large extent
Θέματα
degree |intensity |emphasis |core_vocabulary
Ορισμός

To a very large or important degree; considerably.

B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To a large extent or degree
Θέματα
degree |intensity |extent |influence |dependence |core_vocabulary
Ορισμός

To a large extent, degree, or intensity.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
nagymértékben + verb
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to a very great degree
Θέματα
degree |intensity |extent |intensifiers |evaluation |daily_life
Ορισμός

To an extremely large extent; very much.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε