Ουγγρικά - Αγγλικά

nagyrészt

B1 Ουγγρικά
largely, mostly
B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
mainly or for the most part
Θέματα
degree |extent |majority |mainly |core_vocabulary
Ορισμός

Used to indicate that something is true in most cases, or to a large degree, though not completely.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε