Ουγγρικά - Αγγλικά

napszámos

B2 Ουγγρικά
labourer
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who does manual work
Θέματα
work |manual_labor |employment |unskilled_work |construction |agriculture |jobs
Ορισμός

A person employed to do physical work, especially work that does not require special training, for example on a building site or farm.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε