nekirugaszkodás
B2
Ουγγρικά
heave
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
heave
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Strong pull or lift
Θέματα
effort
|lifting
|pulling
|single_motion
|daily_life
|work
Ορισμός
A single strong movement of lifting or pulling something, usually something heavy and with a lot of effort.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.