Ουγγρικά - Αγγλικά

nem fér össze

B1 Ουγγρικά
incompatible
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
valami/valaki nem fér össze valamivel/valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
unable to exist or work together
Θέματα
compatibility |conflict |relationships |lifestyle |core_vocabulary
Ορισμός

Not able to exist, be used, or live together because of basic differences or conflict.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε