Ουγγρικά - Αγγλικά

nem jut elég

B1 Ουγγρικά
starve
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
nem jut elég valamiből valakinek/valamire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
have far too little of something
Θέματα
lack |deprivation |emotional_needs |resources |core_vocabulary |daily_life |emotions
Ορισμός

To have far too little of something that is needed or strongly desired, such as money, time, love, or attention.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε