Ουγγρικά - Αγγλικά

nem teljesít

B2 Ουγγρικά
default, dishonour
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
nem teljesít vmit; nem teljesíti a kötelezettségét
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Fail to fulfill obligation
Θέματα
obligations |finance |law |payment |failure
Ορισμός

To fail to do something that is required, especially to pay money owed or attend as expected.

ΡΉΜΑ C1 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
a bank nem teljesít egy csekket/váltót
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to refuse to pay a cheque
Θέματα
banking |payment |cheque |contract |finance |business
Ορισμός

Of a bank or other payer, to refuse to pay a cheque, bill of exchange, or other payment instrument when it is presented.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε