neofita
C1
Ουγγρικά
neophyte
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
FORMAL
2
neophyte
C2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A new religious convert
Θέματα
religion
|conversion
|faith
|community
|new_member
Ορισμός
A person who has recently joined a religion or religious community; a new convert.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.