Ουγγρικά - Αγγλικά

neofiton

C2 Ουγγρικά
neophyte
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C2 TECHNICAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A recently introduced plant species
Θέματα
ecology |botany |introduced_species |plant |environment |science
Ορισμός

In ecology, a plant species that has been introduced to a region in relatively recent historical times, often by human activity.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε