névszói elem
C1
Ουγγρικά
nominal
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
TECHNICAL
2
nominal
C2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
word or phrase acting as noun
Θέματα
grammar
|linguistics
|noun_function
|syntax
|education
|communication
Ορισμός
(In grammar and linguistics) A word, phrase, or clause that functions as a noun within a sentence.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.