Ουγγρικά - Αγγλικά

nincs jól

A2 Ουγγρικά
poorly, unwell
ΡΉΜΑ A2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki nincs jól
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Feeling slightly ill or unwell
Θέματα
health |illness |mild_symptoms |core_vocabulary
Ορισμός

Feeling ill, weak, or not in good health, often without being seriously sick. Used mainly in British English.

ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki nincs jól
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
ill; not feeling healthy
Θέματα
health |illness |physical_health |daily_life
Ορισμός

Not in good physical health; ill or sick.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε