Ουγγρικά - Αγγλικά

novícius

C1 Ουγγρικά
novice
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
trainee member of religious order
Θέματα
religion |monastic_life |training |vows
Ορισμός

A person who has entered a monastery, convent, or other religious community and is serving a trial period before taking full vows.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε