Ουγγρικά - Αγγλικά

nyomásérzékenység

C1 Ουγγρικά
tenderness
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
nyomásérzékenység vhol/vmiben; vminek a nyomásérzékenysége
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Physical soreness or sensitivity
Θέματα
body |pain |sensitivity |medical |touch |health |core_vocabulary
Ορισμός

A condition in which a part of the body is painful or sensitive when pressed or touched.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε