odavezet
B1
Ουγγρικά
conduct
ΡΉΜΑ
B1
2
conduct
B1
Μοτίβο χρήσης:
valakit valahová odavezet
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To lead people somewhere
Θέματα
guiding
|escorting
|movement
|directions
|hospitality
|travel
|communication
|core_vocabulary
Ορισμός
To guide or escort someone or a group to a place.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.