ólálkodás
C1
Ουγγρικά
prowl
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
prowl
C1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
an act of prowling
Θέματα
stealth
|search
|excursion
|animal_behavior
|suspicion
|daily_life
|crime
|animals
Ορισμός
An occasion or period of moving around stealthily or restlessly in search of something.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.