Ουγγρικά - Αγγλικά

ölés

B2 Ουγγρικά
kill
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
egy ölés; vkinek/vminek a megölése
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
An act of killing something or someone
Θέματα
death |hunting |warfare |statistics |animals |law |core_vocabulary
Ορισμός

An instance of causing death to a person, animal, or other living thing, often deliberately or as part of hunting, sport, or warfare.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε