Ουγγρικά - Αγγλικά

ölt

C1 Ουγγρικά
assume
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
alakot/színt/méreteket ölt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Begin to have a quality/appearance
Θέματα
appearance |quality |change |form |development |core_vocabulary
Ορισμός

To start to have or show a particular quality, form, or appearance.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε