ölt
C1
Ουγγρικά
assume
ΡΉΜΑ
C1
2
assume
C1
Μοτίβο χρήσης:
alakot/színt/méreteket ölt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Begin to have a quality/appearance
Θέματα
appearance
|quality
|change
|form
|development
|core_vocabulary
Ορισμός
To start to have or show a particular quality, form, or appearance.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.