öncélú
B2
Ουγγρικά
wanton
B2
FORMAL
1
wanton
C1
Μοτίβο χρήσης:
öncélú + károkozást jelölő főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
deliberately cruel or reckless
Θέματα
violence
|cruelty
|destruction
|unjustified_harm
|law
|core_vocabulary
Ορισμός
Deliberate, unprovoked, and often cruel or reckless, especially of violence, damage, or disregard for others.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.