Ουγγρικά - Αγγλικά

önként

B1 Ουγγρικά
freely, voluntarily, readily
B1
1
Μοτίβο χρήσης:
önként tesz/vállal valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
willingly and voluntarily
Θέματα
volition |choice |consent |helping |pressure |core_vocabulary
Ορισμός

Willingly and voluntarily, without being forced, pressured, or paid.

B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
by free choice, not forced
Θέματα
free_will |choice |no_force |decision |core_vocabulary
Ορισμός

Done from one’s own free will, without being forced, threatened, or required to do it.

B1
2
Μοτίβο χρήσης:
önként + ige
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Willingly and without hesitation
Θέματα
willingness |voluntary_action |cooperation |help |sharing |core_vocabulary
Ορισμός

In a manner that shows willingness or readiness to do something without being forced.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε