Ουγγρικά - Αγγλικά

önkényeztetően

C1 Ουγγρικά
indulgently
C1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
in a pleasure-seeking way
Θέματα
self_indulgence |pleasure |luxury |spending |eating |excess |food_and_drink |lifestyle |money |shopping
Ορισμός

In a way that allows yourself extra pleasure or luxury, especially more than is necessary or sensible.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε