Ουγγρικά - Αγγλικά

önkormányzó

B2 Ουγγρικά
autonomous
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
önkormányzó + terület/közösség/testület
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
self-governing or self-managing
Θέματα
self_governance |politics |administration |institutions |law
Ορισμός

Having the right or power to govern, manage, or control itself, without being directed by another authority.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε