Ουγγρικά - Αγγλικά

óránkénti

A2 Ουγγρικά
hourly
A2
1
Μοτίβο χρήσης:
óránkénti díj/bér; óránkénti + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
paid or charged by the hour
Θέματα
pay |pricing |work |time_units |finance
Ορισμός

Calculated, paid, or charged for each hour, especially as a rate of pay for work.

A2
1
Μοτίβο χρήσης:
óránkénti frissítés/járat/ellenőrzés; óránkénti + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
occurring once every hour
Θέματα
frequency |schedules |transport |updates |time_units |time
Ορισμός

Happening, appearing, or available once every hour or at regular intervals of about an hour.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε