Ουγγρικά - Αγγλικά

ordinárius

C2 Ουγγρικά
ordinary
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C2 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
vmi ordináriusa; katonai ordinárius
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Official person in authority
Θέματα
authority |official_role |church |law |religion
Ορισμός

A person who has authority by virtue of office, especially in church or law contexts.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε