Ουγγρικά - Αγγλικά

öregszik

A2 Ουγγρικά
age
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki/valami öregszik; sokat öregedett
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to grow older or look older
Θέματα
aging |time |people |appearance |maturation |health
Ορισμός

To become older in years or to develop physical signs of getting older.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε