Ουγγρικά - Αγγλικά

örvend

C1 Ουγγρικά
enjoy
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
jó/kiváló egészségnek örvend
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Have the benefit of something
Θέματα
rights |privileges |advantage |entitlement |health |formal |core_vocabulary
Ορισμός

To possess or benefit from a good condition, privilege, or right.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε