Ουγγρικά - Αγγλικά

összeházasodik

B1 Ουγγρικά
marry, wed
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
összeházasodik valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To become the husband or wife of someone
Θέματα
marriage |relationship |ceremony |legal_status |relationships |law |religion
Ορισμός

To formally join with another person in a legal and/or religious ceremony as husband and wife.

ΡΉΜΑ B1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
összeházasodik valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
marry; become husband and wife
Θέματα
marriage |relationships |ceremony |family |life_events
Ορισμός

To marry someone; to take someone as a spouse.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε