összeszorítás
C1
Ουγγρικά
clench
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
clench
B2
Μοτίβο χρήσης:
fog, állkapocs vagy ököl összeszorítása
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Tight closing or gripping action
Θέματα
body_action
|grip
|muscle_tension
|hand
|jaw
|body
|core_vocabulary
Ορισμός
The act of closing or tightening something firmly with the hands, teeth, or muscles.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.