Ουγγρικά - Αγγλικά

ottlét

B1 Ουγγρικά
stay
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
ottlét vhol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Period of staying somewhere
Θέματα
travel |accommodation |duration |visiting |time |daily_life
Ορισμός

A period of time spent living or visiting somewhere temporarily.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε