Ουγγρικά - Αγγλικά

outlet

B1 Ουγγρικά
outlet
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
outletben vásárol; outletből vesz vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Store selling goods directly
Θέματα
retail |shopping |discounts |stores |brands |business |daily_life |finance
Ορισμός

A shop or store that sells goods directly to customers, often at lower prices than usual.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε