Ουγγρικά - Αγγλικά

páncéllal lát el

B2 Ουγγρικά
armour, armor
ΡΉΜΑ B2 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
páncéllal lát el vmit/vkit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to provide something with armor
Θέματα
protection |vehicles |military |engineering |action |technology |law |core_vocabulary
Ορισμός

To equip a person, vehicle, or structure with armor so that it is protected against weapons or damage.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε