Ουγγρικά - Αγγλικά

pánikol

B2 Ουγγρικά
flap
ΡΉΜΑ B2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
pánikol valami miatt; ne pánikolj
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
panic or become agitated
Θέματα
emotion |stress |worry |informal |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

To become very nervous, worried, or confused in a way that stops you from thinking or acting calmly or effectively.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε