pánikol
B2
Ουγγρικά
flap
ΡΉΜΑ
B2
INFORMAL
1
flap
B2
Μοτίβο χρήσης:
pánikol valami miatt; ne pánikolj
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
panic or become agitated
Θέματα
emotion
|stress
|worry
|informal
|emotions
|core_vocabulary
Ορισμός
To become very nervous, worried, or confused in a way that stops you from thinking or acting calmly or effectively.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.