Ουγγρικά - Αγγλικά

pásztor

A2 Ουγγρικά
pastor, shepherd
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2 ARCHAIC
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a shepherd of sheep (rare)
Θέματα
animals |livestock |sheep |rural_life |herding |archaic_literary |nature |work
Ορισμός

A person who tends, guards, and leads sheep; a shepherd. This use is now rare and mainly found in older or very literary texts.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person who looks after sheep
Θέματα
animal_husbandry |occupation |sheep |rural_life |animals |work
Ορισμός

A person whose job is to tend, protect, and control a flock of sheep, often in open countryside.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε