Ουγγρικά - Αγγλικά

penitencia

C1 Ουγγρικά
penance
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
penitenciaként; penitenciából; penitenciát vállal vmiért
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
self-punishing act for wrongdoing
Θέματα
remorse |atonement |self_denial |wrongdoing |amends |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

An act of self-punishment or something difficult that a person willingly accepts in order to show they are sorry for what they have done or to make up for it.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε